Λύσανδρος Καυταντζόγλου (1811-1885): ο μεγάλος εκπρόσωπος του αρχιτεκτονικού νεοκλασικισμού

Λύσανδρος Καυταντζόγλου

Γόνος της μεγάλης θεσσαλονικιώτικης οικογενείας Σπανδωνή, ο αρχιτέκτων Λύσανδρος Καυταντζόγλου, λάτρης της αρχαίας ελληνικής τέχνης, προσκολλημένος στο ρομαντικό κλασικισμό και ευαίσθητος απέναντι στη βυζαντινή αρχιτεκτονική, κόσμησε με λαμπρά έργα του την ελληνική πρωτεύουσα. Γεννήθηκε το 1811 στη Θεσσαλονίκη. Στην Επανάσταση του 1821, φυγαδεύτηκε με την οικογένειά του στην Μασσαλία της Γαλλίας. Ύστερα από πολυετείς σπουδές αρχιτεκτονικής (1824 – 1836) στην Ακαδημία του Αγίου Λουκά στη Ρώμη, δοκίμασε να εγκατασταθεί το 1838 στην Ελλάδα, αλλά απέτυχε. Για το λόγο αυτό, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην Κωνσταντινούπολη συνεχίζοντας στην Ελλάδα το 1843, όπου διορίστηκε διευθυντής του Σχολείου των Τεχνών, μετέπειτα Πολυτεχνείου.

Ο Καυτατζόγλου, τυπικός εκπρόσωπος της τάξης του ευρωπαϊκού ακαδημαϊκού αρχιτέκτονα, προβληματιζόταν από τη χαμηλή στάθμη της επιστημονικής παιδείας στην Ελλάδα, αλλά και γνώριζε ότι μία πλήρης αναβάθμιση των αρχιτεκτονικών σπουδών είχε απαιτήσεις πάρα πολύ υψηλής στάθμης (άριστη γνώση αρχαίων προτύπων, ιστορία, φιλοσοφία κοκ) και ήταν δύσκολο να υλοποιηθεί. Έτσι, τα όρια της εκπαιδευτικής πράξης στο «Σχολείον των Τεχνών» δεν δικαιολογούσαν για τους αποφοίτους του τον τίτλο του αρχιτέκτονα, αλλά μόνο του «πρωτοτέκτονα», που θα επέβλεπε τα μεγάλα έργα της εποχής. Κατά συνέπεια, έως τις αρχές της δεκαετίας του 1860, η «πρακτική» μόρφωση του αρχιτέκτονα είχε το προβάδισμα έναντι της «ακαδημαϊκής». Είχε δοθεί βάρος στα σχετικά σχεδιαστικά μαθήματα – Αρχιτεκτονικό Σχέδιο και Κοσμηματογραφία – που συμβάδιζαν μ΄ ένα πλούσιο πρόγραμμα καλλιτεχνικών σπουδών, με μαθήματα όπως Αγαλματογραφία, Ελαιογραφία, Πλαστική που δίδαξαν εξαιρετικοί καθηγητές.
O Καυταντζόγλου κράτησε αυτήν τη σημαντική θέση,ως την έξωση του Όθωνα το 1862, χωρίς να πάψει ως τον θάνατό του το 1885, να παρεμβαίνει τολμηρά, κάποτε και με μεγάλη οξύτητα, να στα ελληνικά δημόσια πράγματα. Ως διευθυντής του Σχολείου των Τεχνών, μεταξύ των ετών 1844-1862, ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου καθιέρωσε ετήσιο καλλιτεχνικό διαγωνισμό στον οποίο παρουσιαζόταν η ετήσια δραστηριότητα του ιδρύματος. Κατά την τελετή απονομής των βραβείων στο τέλος της

χρονιάς, εκφωνούσε λόγο που κατόπιν τυπωνόταν σε φυλλάδιο. Μέσα στους λόγους αυτούς γνωρίζουμε τα πρώτα βήματα γνωστών αργότερα γλυπτών και ζωγράφων από αυτούς, που έμελλε να παίξουν ρόλο σημαντικό στη δημιουργία της νεοελληνικής τέχνης, πληροφορίες για την καλλιτεχνική παραγωγή στις αρχές του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, αλλά και πλούτο πληροφοριών για την κίνηση των ιδεών την εποχή εκείνη και μαζί για προσωπικότητες του ευρύτερου νεοελληνικού βίου, που επέδρασαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ελληνικού εθνικού βίου.

Οι λίβελοι του Καυτατζόγλου ενάντια σε όσους κακοποιούσαν την σύγχρονη αρχιτεκτονική και τα ιστορικά μνημεία του τόπου, όπως και οι » Λόγοι » του, που εκφωνούσε κάθε χρόνο στο Πολυτεχνείο σε ειδική τελετή βράβευσης των καλύτερων μαθητών, επιτρέπουν σήμερα την διερεύνηση των θεωρητικών του θέσεων για την αρχιτεκτονική και την τέχνη. Υπάρχει πλούσιο υλικό των γραπτών καταλοίπων του Καυτατζόγλου,σκόρπιων σε φυλλάδια ή σε εφημερίδες και βεβαίως το μεγάλο αρχείο σχεδίων του,σήμερα κυρίως στις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη, αλλά και των απογόνων του.

Ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου δημιούργησε και κόσμησε με κτίρια και μνημεία μια πόλη,την Αθήνα,που σήμερα ουσιαστικά δεν υπάρχει Την «εξαφάνισε» η «επιδρομή», από όλα τα σημεία του ορίζοντα, των μαγνητισμένων από τις ανέσεις των καλωδίων και σωλήνων, εκατομμυρίων νέων κατοίκων της. Προικισμένος με απέραντη αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική μόρφωση και μεγάλο δημιουργικό ταλέντο, πέρασει στην ιστορία σαν ο πρώτος Έλληνας πρύτανης του αρτισύστατου τότε «Σχολείου των Τεχνών» και ως ένας από τους κορυφαίους αρχιτέκτονες του καιρού του. Ήταν οικοδόμος του Πολυτεχνείου, του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου Ομονοίας, της Αγίας Ειρήνης, του Οφθαλμιατρείου, του Αγίου Διονυσίου Καθολικών, του Αγίου Ανδρέου Πατρών, του ελληνικού ναού της Μασσαλίας.

Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ένα από τα αρχαιότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελλάδας, προήλθε από το Σχολείο των Τεχνιτών το οποίο ιδρύθηκε με την έκδοση, το 1836, σχετικού Βασιλικού Διατάγματος.Με την αρχική του μορφή λειτούργησε μέχρι το 1843, οπότε και διαμορφώθηκε, συνταγματικά, σε ίδρυμα. Έκτοτε ονομάστηκε «Πολυτεχνείο».

Η πρώτη σκέψη για την κατασκευή του κτηριακού συγκροτήματος της οδού Πατησίων, όπου στεγάζεται σήμερα, ήταν του Ν. Στουρνάρη και είναι έργο του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου. Το αρχικό σχέδιο εκπονήθηκε το 1859. Το 1861 συμπληρώθηκε η μελέτη και το 1862 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος.

Οφθαλμιατρείο Αθηνών

Ο θεμέλιος λίθος του Οφθαλμιατρείου της οδού Πανεπιστημίου τέθηκε το 1847, και η οικοδόμησή

του ξεκίνησε αρχικά βάσει σχεδίων του Δανού αρχιτέκτονα Theophil Hansen (1813-1891), τα οποία προέβλεπαν ένα μονώροφο νεοκλασικό κτίριο. Όταν διακόπηκαν οι εργασίες στο ύψος του ημιυπογείου, το 1850, ελλείψει πόρων, ο Hansen παραιτήθηκε από το έργο και τη συνέχισή του ανέλαβε ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, προσθέτοντας την προεξοχή της κυρίας εισόδου και ακολουθώντας κατά την ολοκλήρωσή του έναν βυζαντινότροπο ρυθμό. Το έργο αποπερατώθηκε το 1855, ενώ μεταξύ των ετών 1867-1869 οικοδομήθηκε ένας ακόμη όροφος, βάσει σχεδίων του στρατιωτικού μηχανικού Γεράσιμου Μεταξά. Το 1881 προστέθηκε ένα υπερώο στο δώμα και αργότερα (μεταξύ των ετών 1910-1915) το βοηθητικό κτίσμα των εξωτερικών ιατρείων στην αυλή προς την οδό Σίνα, προσαρμοσμένο στο ύφος του κυρίως κτιρίου (σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστείδη Μπαλάνου). Η ιδιορρυθμία του όλου έργου συνιστά μια αξιοσημείωτη αντίθεση προς τον επιβλητικό νεοκλασικισμό της παρακείμενης «Αθηναϊκής τριλογίας» (Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Βιβλιοθήκη).

Καθολική εκκλησία Αγίου Διονυσίου

Η ανέγερση του καθολικού ναού του Αγίου Διονυσίου, στη διασταύρωση των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου, έχει μια μακρά και περιπετειώδη ιστορία. Η αγορά του οικοπέδου πραγματοποιήθηκε το 1847 και, κατόπιν επιθυμίας του τότε βασιλιά Όθωνα, η μελέτη ανατέθηκε στον φημισμένο Γερμανό αρχιτέκτονα Leo von Klenze, ο οποίος σχεδίασε μια μεγαλοπρεπή τρίκλιτη βασιλική νεο-αναγεννησιακού ρυθμού (με πρότυπο το ναό του Αγίου Βονιφατίου στο Μόναχο). Η οικοδόμηση ξεκίνησε το 1853, αλλά αμέσως μετά τη θεμελίωση διακόπηκε, λόγω έλλειψης χρημάτων. Τότε ανέλαβε την επίβλεψη των εργασιών ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες αρχιτέκτονες του 19ου αιώνα, ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, ο οποίος το 1858 πρότεινε μια παραλλαγή του αρχικού σχεδίου, με κύρια χαρακτηριστικά τις μικρότερες διαστάσεις, την κατάργηση του κωδωνοστασίου και τον λιτότερο διάκοσμο, προσδίδοντας στο έργο, κατά τον Κ. Μπίρη, αντί της πομπώδους, «ήρεμον και αξιοπρεπή εμφάνισιν, ενηρμονισμένην εις το αρχιτεκτονικόν ύφος του Αθηναϊκού κλασσικισμού»

Εκκλησία Αγίου Γεωργίου Καρύτση

Ο μεσαιωνικός ναός του Αγίου Γεωργίου Καρύτση ήταν κτητορικός της ομώνυμης Αθηναϊκής οικογένειας της Τουρκοκρατίας (Καρίκη ή Καρίτση), και είχε σε μεγάλο βαθμό ερειπωθεί μετά την επανάσταση. Επιδιώκοντας την ανακατασκευή του, οι ενορίτες απευθύνθηκαν στον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου (1811-1885), που την ίδια εποχή είχε αναλάβει και την ανοικοδόμηση της Αγίας Ειρήνης στην οδό Αιόλου. Σε αντίθεση με τους νεωτερισμούς εκείνης, ωστόσο, εδώ οι πιστοί επέβαλαν την εφαρμογή ενός «βυζαντινού» ρυθμού, έστω και με ρωμανικές επιρροές, ενώ μια ενδιαφέρουσα φυγή από την ομοιογένεια της «τρουλαίας βασιλικής» συνίσταται στον διακριτό κεντρικό πυλώνα από γκρίζο μάρμαρο, που στέφεται με το λευκό καμπαναριό. Η μερική κατάρρευση του θόλου, το 1849, επέβαλε την προσθήκη αντηρίδων, για την αντιστήριξη των πλευρικών τοίχων.

Μεσαιωνικός ναός Αγίας Ειρήνης

Ο μεσαιωνικός ναός της Αγίας Ειρήνης, που υπήρχε σε αυτό το σημείο, παρά τις φθορές που είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, παρέμενε ο σημαντικότερος ναός στην Αθήνα, όταν η τελευταία ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της απελευθερωμένης Ελλάδας και σε αυτόν τελούνταν οι επίσημες εκκλησιαστικές τελετές, παρόντος του βασιλιά Όθωνα. Καθώς τα σχέδια ενός νέου μητροπολιτικού ναού καθυστερούσαν, οι επίτροποι της Αγίας Ειρήνης ανέθεσαν στον αρχιτέκτονα Λύσανδρο Καυταντζόγλου (1811-1885) να σχεδιάσει αρχικά την επέκταση και εν τέλει την ανοικοδόμησή της, με στόχο να ανταποκριθεί στις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες. Εκείνος σχεδίασε μια τρίκλιτη βασιλική με τρούλο και δύο κωδονοστάσια, νεοκλασικού ρυθμού, με αναγεννησιακές αλλά και βυζαντινές επιδράσεις, σε μια πρωτότυπη, ωστόσο, σύνθεση. Η ανέγερση ξεκίνησε το 1847, με χρήση υλικών από παλαιές κατεδαφισμένες Αθηναϊκές εκκλησίες (αλλά και από τα ερείπια της Ακρόπολης), και ο νέος ναός εγκαινιάστηκε το 1850, χωρίς την εσωτερική διακόσμηση, που ολοκληρώθηκε μεταξύ των ετών 1879-1892.

Αρσάκειο Μέγαρο

Το μέγαρο του Αρσακείου Παρθεναγωγείου, στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Πεσμαζόγλου (τότε Μενάνδρου), οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1846-1852, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου (1811-1885), για λογαριασμό της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, η οποία είχε αγοράσει το οικόπεδο από την Μονή Ζωοδόχου Πηγής της Άνδρου. Η οικοδομή ολοκληρώθηκε χάρις στη δωρεά του ομογενούς Απόστολου Αρσάκη (1792-1874) και θεωρείται η αυθεντικότερη ίσως έκφραση ενός «εξελληνισμένου νεοκλασικισμού». Το 1936 στην πρόσοψη του μεγάρου κτίστηκαν εμπορικά καταστήματα (βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Κριεζή), τα οποία κατεδαφίστηκαν μεταξύ των ετών 1984-1989, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης αποκατάστασης του Αρσακείου (που σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Αλέξανδρο Καλλιγά), μετά την περάτωση της οποίας, εγκαταστάθηκε στους χώρους του το Συμβούλιο Επικρατείας.

Ναός Αγίου Ανδρέα Πατρών

Ο παλιός Ναός οικοδομήθηκε στο διάστημα 1836-1843 στη θέση όπου μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας. Χτίστηκε σε ρυθμό βασιλικής και είναι έργο του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου.
Οι ολόσωμες εικόνες της οροφής με σκηνές από τη Βίβλο, Πατέρες και Πατριάρχες αποτελούν έργα του μεγάλου αγιογράφου Δημήτρη Χατζηασλάνη, γνωστού ως Βυζάντιου.Μπροστά και δεξιά του Ναού, κοντά στο Άγιο Βήμα, βρίσκεται ο μαρμάρινος Τάφος του Αποστόλου.

Επίλογος

Η τέχνη του Καυταντζόγλου αναγνωρίστηκε με τιμητικά βραβεία στο εξωτερικό και η τεχνοτροπία του διακρίνεται για την ευγένεια και τη λιτότητα στην απόδοση των έργων του.

Πηγές

http://thehistoryofgreece.blogspot.gr/2012/01/blog-post.html

http://www.eie.gr/archaeologia/gr/arxeio_more.aspx?id=194

Aναδημοσίευση από:
http://www.istorikathemata.com/2013/07/1811-1885.html#more
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: